Ευρωπαϊκή Ένωση


Ευρωπαϊκή Ένωση
(ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) το 1950. Η ΕΕ ιδρύθηκε την 1η Νοεμβρίου 1993, όταν επικυρώθηκε η συνθήκη της ΕΕή συνθήκη του Μάαστριχτ από τα 12 τότε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας: Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία), Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία και Πορτογαλία. Το 1995 εντάχθηκαν η Σουηδία, η Φιλανδία και η Αυστρία, ενώ τον Δεκέμβριο του 2002 συμφωνήθηκε σε επίπεδο αρχηγών κρατών η διεύρυνση με 10 νέα μέλη (Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχία) το 2004. Η διαδικασία θα πρέπει να επικυρωθεί από τους 15 και τους 10 είτε με δημοψηφίσματα είτε από τα κοινοβούλιά τους. Ακόμη, έχει συμφωνηθεί η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας το 2007 καθώς και της Τουρκίας (έναρξη διαπραγματεύσεων το 2005) υπό ορισμένους όρους σε όλες τις περιπτώσεις. Οι εξουσίες και τα όργανα της ΕΕ. Η ΕΕ λειτουργεί με νομοθετικές αποφάσεις και διοικητικές πράξεις των οργάνων της, που έχουν τη μορφή κανονισμών, οδηγιών, αποφάσεων και συστάσεων. Τα όργανά της διαθέτουν εξουσίες και οι αποφάσεις της δεσμεύουν τους πολίτες των κρατών-μελών. Στους τομείς που έχουν παραχωρηθεί αρμοδιότητες στα όργανα της EE, οι αποφάσεις της (νόμοι) υπερισχύουν των εθνικών. Με την ευθύνη της Επιτροπής τα κράτη-μέλη αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν τους νόμους της ΕΕ και να εκτελέσουν τα προγράμματά της. Η μη εκτέλεση μπορεί να επιφέρει κυρώσεις, τις οποίες επιβάλλουν τα αρμόδια όργανα, ύστερα από προσφυγή. Τα όργανα της ΕΕ είναι τα εξής: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (βλ. λ.), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (βλ. λ.), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (βλ. λ.), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (βλ. λ.), το Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. λ.), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (βλ. λ.), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (βλ. λ.), η Επιτροπή των Περιφερειών (βλ. λ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή), η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (βλ. λ.) και ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής (βλ. λ.) Διαδικασία λήψης αποφάσεων. Σημαντικότερα όργανα στη λήψη των αποφάσεων της ΕΕ είναι το λεγόμενο θεσμικό τρίγωνο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε ειδικούς τομείς παρεμβαίνουν το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή των Περιφερειών και η Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει τον απόλυτο έλεγχο της νομισματικής πολιτικής για τις χώρες που συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ. Υπάρχουν τρεις κύριες διαδικασίες λήψης αποφάσεων: συναπόφαση, σύμφωνη γνώμη και διαβούλευση. Η επιλογή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εξαρτάται από τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται η εκάστοτε πρωτοβουλία της ΕΕ και αφορά κυρίως τις εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Κατά τη διαδικασία της διαβούλευσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται απλώς να γνωμοδοτήσει, ενώ στο πλαίσιο της συναπόφασης λειτουργεί ως πραγματικά ισότιμο νομοθετικό όργανο. Η διαδικασία της συναπόφασης θεσπίστηκε με τη συνθήκη για την ΕΕ (συνθήκη του Μάαστριχτ, 1992) και διέπεται από το άρθρο 251 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Με τη συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), η διαδικασία απλουστεύθηκε και παράλληλα το πεδίο εφαρμογής της διευρύνθηκε. Αυτή η διαδικασία προβλέπει δύο διαδοχικές αναγνώσεις, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η επίτευξη συμφωνίας, συγκαλείται μια επιτροπή συνδιαλλαγής από εκπροσώπους των δύο οργάνων, ώστε να βρεθεί συμφωνία, που υποβάλλεται σε τρίτη ανάγνωση για την τελική έγκρισή της τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η διαδικασία σύμφωνης γνώμης θεσπίστηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη(1986). Προϋποθέτει ότι το Συμβούλιο πρέπει να έχει την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη λήψη ορισμένων αποφάσεων μείζονος σημασίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να αποδεχτεί ή να απορρίψει κάποια πρόταση, αλλά δεν μπορεί να την τροποποιήσει. Στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης ζητείται γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, βάσει της οποίας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει την ευχέρεια να τροποποιήσει ανάλογα την πρότασή της. Στη συνέχεια, η πρόταση εξετάζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο μπορεί να την εγκρίνει ως έχει ή να την τροποποιήσει, αλλά στην τελευταία περίπτωση πρέπει να είναι ομόφωνη η απόφασή του. Κοινοτικοί οργανισμοί. Πρόκειται για ευρωπαϊκούς οργανισμούς δημοσίου δικαίου με ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, που είναι διακριτοί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και Θεσπίζονται με μια κοινοτική πράξη παράγωγου δικαίου για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων τεχνικής, επιστημονικής ή διαχειριστικής φύσης. Σε αυτό τον ορισμό ανταποκρίνονται δεκαπέντε οργανισμοί, παρότι στην ονομασία τους χρησιμοποιούνται διάφοροι όροι (κέντρο, ίδρυμα, υπηρεσία, γραφείο, παρατηρητήριο). Πρόκειται για τους εξής: Cedefop (Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης), EUROFUND (Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη βελτίωση των συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας), AEE (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος), ETF (Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης), EKΠNT (Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας), EMEA (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων), ΓEEA (Γραφείο Εναρμόνισης της Εσωτερικής Αγοράς), EU-OSHA (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία), OCVV (Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών), CdT (Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της ΕΕ), EUMC (Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας), EAR (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης), EMSA (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα) και EASA (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Ασφάλεια των Αερομεταφορών). Ιστορία Οι πρώτες κινήσεις. Η κίνηση για την ένωση της Ευρώπης γεννήθηκε με το τέλος του B’ Παγκοσμίου πολέμου, όταν οι χώρες της γηραιάς ηπείρου βρέθηκαν μπροστά στη διπλή ανάγκη να ανοικοδομήσουν ό,τι είχε καταστραφεί και να αναζωογονήσουν την εθνική οικονομική ζωή τους. Η ουσιαστική οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ (σχέδιο Μάρσαλ) έκανε αναγκαία τη δημιουργία Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), δηλαδή ενός οργάνου μελέτης, το οποίο θα ήταν σε θέση να επεξεργαστεί ένα υπερεθνικό και αρμονικό σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης της Ευρώπης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε η πρώτη κίνηση ιδεών υπέρ μιας δυτικοευρωπαϊκής ενότητας, όπως απαιτούσε το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, η οποία θα χώριζε την Ευρώπη σε δύο στρατόπεδα. Η δημιουργία του Συμβουλίου της Ευρώπης (5 Μαΐου 1949) αποτέλεσε θεμελιώδη σταθμό στην πολιτική ευρωπαϊκής συνεργασίας, έστω και αν οι αρχικές ελπίδες διαψεύστηκαν γρήγορα από το γεγονός ότι ο θεσμός, καθώς δεν διέθετε συγκεκριμένη εξουσία ενέργειας, αποδείχθηκε ελάχιστα αποτελεσματικός. Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα(ΕΚΑΧ). Στις 9 Μαΐου 1950 ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν (κινούμενος από τον φόβο αναβίωσης του γερμανικού εθνικισμού) πρότεινε κοινοπραξία των γαλλικών και των γερμανικών πόρων σε άνθρακα και χάλυβα μέσα σε έναν οργανισμό που θα ήταν ανοιχτός για όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης και θα κατευθυνόταν από ένα ευρωπαϊκό όργανο, την Ανώτατη Αρχή. Τελικός σκοπός αυτής της κοινοτικής αγοράς σπουδαιότατων παραγωγών ήταν η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδιακής νοοτροπίας, που θα πραγματοποιείτο μέσα από τη συγκεκριμένη κοινότητα συμφερόντων. Στις 18 Απριλίου 1951 ιδρύθηκε μεταξύ Βελγίου, Γαλλίας, Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ιταλίας, Λουξεμβούργου και Ολλανδίας η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (EKAX), η οποία κατοχυρώθηκε νομικά με τη συνθήκη του Παρισιού. Σκοπός της ΕΚΑΧ ήταν η οργάνωση μιας αγοράς, όπου ο άνθρακας και ο χάλυβας των έξι τότε εντεταγμένων χωρών θα ετίθεντο στη διάθεση όλων των καταναλωτών. Σύμφωνα με την ιδρυτική συνθήκη, η Κοινότητα αυτή εφοδιάστηκε με σημαντικές εξουσίες, με σκοπό τόσο τη διατήρηση του καθεστώτος του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών όσο και τον συντονισμό στην πολιτική ενεργειακής ανάπτυξης κάθε κράτους. Κατευθυνόταν από την Ανώτατη Αρχή και περιλάμβανε ένα συμβούλιο υπουργών, ένα ευρωπαϊκό δικαστήριο και μία κοινοβουλευτική συνέλευση. Σε πρώτη φάση η ΕΚΑΧ πέτυχε την κατάργηση των τελωνειακών δασμών και όλων των ποσοτικών περιορισμών. Η Ανώτατη Αρχή καθόριζε τις μέγιστες τιμές του άνθρακα και του χάλυβα και δημιούργησε ένα σύστημα συμψηφισμού, που επέτρεπε στο βελγικό και στο ιταλικό κάρβουνο να εξισωθούν προοδευτικά στην ευρωπαϊκή αγορά με την επιβολή μεγαλύτερων βαρών στις χώρες εκείνες (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ολλανδία) που είχαν φθηνότερο προϊόν. Αυτά τα πρώτα μέτρα συμπληρώθηκαν με τον καθορισμό ενός εναρμονισμένου εξωτερικού δασμολογίου, τέτοιου δηλαδή που επέτρεπε την ύπαρξη ενός περιθωρίου μεταξύ των τιμών των διαφόρων χωρών, ανάλογα με τα διαφορετικά τιμολόγια μεταφορών και επομένως αντισταθμιστικού. Μια σειρά συμφωνιών με τρίτες χώρες διεύρυνε την κοινοτική πολιτική (συμφωνία με τη Μεγάλη Βρετανία για την εξίσωση των αντίστοιχων δασμολογίων για πολλά χαλυβουργικά προϊόντα· συμφωνίες με την Ελβετία και την Αυστρία για τα τιμολόγια των διεθνών μεταφορών για τα προϊόντα της EKAX), ενώ καθορίστηκε η προσφυγή στην αμοιβαία συνδρομή, που επέτρεπε σε ένα κράτος να ελέγχει τις εισαγωγές του από τα άλλα κράτη-μέλη. Η ΕΚΑΧ φρόντιζε επίσης για τη σωστή λειτουργία του ανταγωνισμού. Με τη βοήθεια συστηματικής στατιστικής υπηρεσίας και με την παρακολούθηση της αγοράς, η ΕΚΑΧ ασκούσε έλεγχο και μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή προστίμων και κυρώσεων από το δικαστήριο. Η επίδραση προσανατολισμού της ΕΚΑΧ εκδηλωνόταν επίσης στο πεδίο των επενδύσεων καθώς και στο κοινωνικό. Οι ετήσιες εκθέσεις που υπέβαλαν οι επιχειρήσεις επέτρεπαν την εξακρίβωση ορισμένων δεδομένων, με βάση τα οποία γινόταν δυνατή η επεξεργασία τόσο γενικών όσο και λεπτομερειακών σχεδίων και προγραμμάτων. Τα έσοδα προέρχονταν από παρακράτηση επί της αξίας της παραγωγής που δηλωνόταν (ελάχιστο ποσοστό 1%), η οποία αποτέλεσε και τον πρώτο ευρωπαϊκό φόρο. Με τα έσοδα αυτά η Κοινότητα διέθετε οικονομική ανεξαρτησία, που της επέτρεπε να ασκεί δική της, αυτόνομη πολιτική επενδύσεων και επιχορηγήσεων. Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα(ΕΑΚ). Η Γαλλία λίγο αργότερα (27 Μαΐου 1952), επειδή πάντα φοβόταν τον γερμανικό εθνικισμό, πρότεινε μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (EAK), της οποίας ο σκοπός θα ήταν η αποδοχή της στρατιωτικής συμβολής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην άμυνα της Δύσης χωρίς τη δημιουργία εθνικού γερμανικού στρατού, με άλλα λόγια μια ενοποίηση των ευρωπαϊκών όπλων. Το τολμηρό αυτό σχέδιο προκάλεσε βίαιες επικρίσεις μέσα στην ίδια τη Γαλλία, της οποίας η εθνοσυνέλευση τελικά το απέρριψε (1954). ΕΟΚ και Ευρατόμ. Καλύτερη τύχη είχε, αντίθετα, η πρόταση του Βέλγου υπουργού Εξωτερικών Πολ Ανρί Σπάακ, ο οποίος σε μια συγκέντρωση των έξι χωρών της EKAX (Μεσσήνη, 1955) έριξε την ιδέα μιας τελωνειακής ένωσης και μιας ένωσης στον πυρηνικό τομέα. Το επόμενο έτος άρχισαν οι εργασίες για την επεξεργασία μιας συνθήκης σχετικά με το ζήτημα αυτό και στις 25 Μαρτίου 1957, σε πανηγυρική συνεδρίαση που έγινε στο Καπιτώλιο της Ρώμης, υπογράφηκαν οι ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (EOK) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την Ατομική Ενέργεια (EKAE), γνωστής ως Ευρατόμ. Η Ευρατόμ ιδρύθηκε για να συμβάλει στην ανάπτυξη της ειρηνικής χρησιμοποίησης της ατομικής ενέργειας. Είχε σκοπό τον συντονισμό και την ανάπτυξη των ερευνών, την ανταλλαγή και την κοινή χρησιμοποίηση των γνώσεων σε αυτό το θέμα, την επεξεργασία ομοιόμορφων κανόνων υγιεινής προστασίας, τον καθορισμό γενικών αντικειμενικών σκοπών για τον προσδιορισμό του προσανατολισμού των νέων βιομηχανιών, τη δημιουργία κοινών εγκαταστάσεων για ορισμένα σημαντικά σχέδια, τη δημιουργία κοινής πυρηνικής αγοράς και τη δημιουργία ίσων δυνατοτήτων εξασφάλισης σχάσιμων μέσων και του ανεφοδιασμού σε πρώτες ύλες. Στο πεδίο της έρευνας, ο οργανισμός δημοσίευε γενικό πρόγραμμα συντονισμένο με τα σχέδια των διαφόρων μελών στα πλαίσια ενός κοινού κέντρου ερευνών, που μπορούσε να έχει επαφές με τα επιμέρους εθνικά ιδρύματα. Η Ευρατόμ προσπαθούσε να εξασφαλίσει την παραχώρηση των τεχνικών μεθόδων, που καλύπτονταν με δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, και αυτό συνέβαλε στη διάδοση γνώσεων, οι οποίες διαφορετικά θα έμεναν κτήμα των εθνικών κέντρων. Στο βιομηχανικό επίπεδο καθόριζε γενικούς αντικειμενικούς σκοπούς, οι οποίοι χρησίμευαν για τον προσανατολισμό των μεμονωμένων επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων. Από την άλλη μεριά, δημιουργούσε εγκαταστάσεις με τις οποίες πραγματοποιούσε σχέδια συλλογικού ενδιαφέροντος. Τέλος, σε ό,τι αφορά την αγορά, οργάνωσε –με ειδική υπηρεσία– την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που ενδιέφεραν την πυρηνική βιομηχανία και την αγορά ανεφοδιασμού. Η Ευρατόμ, τέλος, μπορούσε να επέμβει στις εξωτερικές σχέσεις των μελών της, όταν αυτές αφορούσαν την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς. Η ΕΟΚ είχε πολύ ευρύτερη αποστολή σε σχέση με την ΕΚΑΧ και την Ευρατόμ. Επεδίωκε «με τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς και τον προοδευτικό συντονισμό της οικονομικής πολιτικής των χωριστών κρατών, να προωθήσει την αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών προσπαθειών, τη συνεχή και ισορροπημένη επέκταση, τη μεγαλύτερη σταθερότητα, την ταχύτερη άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τις στενότερες σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών». Δύο ήταν τα στάδια από τα οποία θα έπρεπε να περάσει για να γίνει πραγματικότητα η κοινή ευρωπαϊκή αγορά. Το πρώτο στάδιο ήταν η δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης, που θα επέτρεπε την ελεύθερη κυκλοφορία όλων των εμπορευμάτων, του εργατικού δυναμικού και των κεφαλαίων μέσα στον χώρο των μελών, οποιαδήποτε και αν ήταν η προέλευσή τους, με την κατάργηση των εσωτερικών τελωνειακών δασμών και τη δημιουργία ενιαίου εξωτερικού δασμολογίου (προς τρίτες χώρες, μη μέλη). Στο δεύτερο στάδιο, η οικονομική ένωση θα έπρεπε να συμπληρώσει την τελωνειακή ένωση με την εφαρμογή κοινής πολιτικής σε όλους τους τομείς δραστηριότητας. Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Η επεξεργασία μιας κοινής αγροτικής πολιτικής σε συνδυασμό με την εφαρμογή της Τελωνειακής Ένωσης έγιναν ένα από τα κύρια μέσα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μόλις άρχισε να ισχύει η συνθήκη της EOK. Στα τέλη του 1959 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε στο συμβούλιο των υπουργών τις πρώτες προτάσεις της σχετικά με το θέμα και έπειτα από εκτεταμένες και δυσχερείς διαπραγματεύσεις, τον Ιανουάριο του 1962, γεννήθηκε η Κοινή Αγροτική Πολιτική. Η πολιτική αυτή βασίστηκε στις παρακάτω αρχές: δημιουργία κοινών αγορών και, συνεπώς, επιβολή ενιαίας τιμής για τα περισσότερα γεωργικά προϊόντα, εξασφάλιση του βιοτικού επιπέδου των γεωργών στο επίπεδο του συνόλου των υπόλοιπων εργαζομένων, προτεραιότητα των γεωργικών προϊόντων της Κοινότητας, εισαγωγή χρηματοδοτικής αλληλεγγύης με τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγύησης της Γεωργίας (ΕΤΠΕΓ). Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το 1965 τα όργανα του ΕΚΑΧ συγχωνεύθηκαν με αυτά της Ευρατόμ και της EOK και δημιούργησαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Στο νέο πλαίσιο επιταχύνθηκε η τελωνειακή ένωση, καθώς πραγματοποιήθηκε την 1η Ιουλίου 1968, ενάμισι έτος νωρίτερα από την προθεσμία που καθόριζε η συνθήκη της Ρώμης. Η κατάργηση των εσωτερικών τελωνειακών δασμών πραγματοποιήθηκε, σε διαδοχικές φάσεις, με βάση τα δασμολόγια που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1951. Από την άλλη μεριά, οι ποσοτικοί περιορισμοί εισαγωγής για τα βιομηχανικά προϊόντα (ποσοστώσεις) καταργήθηκαν στο χώρο των Έξι από το 1961. Αντίθετα, για τα αγροτικά προϊόντα κρίθηκε απαραίτητη ειδική οργάνωση, η οποία καθυστέρησε την κατάργηση των τελωνειακών δασμών. Η πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας ανάμεσα στην Κοινή Αγορά συνέβαλε σημαντικότατα στην ανάπτυξη των ανταλλαγών μέσα στην Κοινότητα, οι οποίες σχεδόν πενταπλασιάστηκαν από το 1958 έως το 1970. Αυτό δεν σημαίνει ότι την 1η Ιουλίου 1968 εξαφανίστηκαν όλοι οι έλεγχοι στα σύνορα των κρατών-μελών· στην πραγματικότητα, την ημέρα εκείνη έμεναν ακόμα άλυτα μερικά μεγάλα προβλήματα· πρώτο απ’ όλα ήταν το θέμα του εναρμονισμού της φορολογικής νομοθεσίας, που θα επέτρεπε την εισαγωγή μιας ενιαίας φορολογίας των εμπορευμάτων (ο ΦΠΑ: φόρος προστιθέμενης αξίας) και της όμοιας φορολογικής επιβάρυνσης των προϊόντων όλων των χωρών. Στα τελωνεία ανατέθηκε ο έλεγχος της εφαρμογής των υγειονομικών και τεχνικών κανονισμών καθώς και των κανονισμών ασφάλειας. Επίσης, την 1η Ιουλίου 1968 τέθηκε σε εφαρμογή το κοινό εξωτερικό δασμολόγιο (ΚΕΔ), του οποίου οι δασμοί ήταν σχεδόν αντίστοιχοι στον αριθμητικό μέσο όρο των δασμών, οι οποίοι ίσχυαν σε κάθε χώρα την 1η Ιανουαρίου 1957. Δύο διαδοχικοί υποβιβασμοί, που έγιναν το 1961 και το 1963, περιόρισαν την απόσταση μεταξύ του δασμολογίου αυτού και των εθνικών δασμολογίων. Για τα αγροτικά προϊόντα, αντίθετα, ο δασμός αντικαταστάθηκε από τις λεγόμενες εισφορές, δηλαδή ένα είδος κινητού φόρου ίσου με τη διαφορά μεταξύ της ευρωπαϊκής και της διεθνούς τιμής. Οι διαπραγματεύσεις που έγιναν στη Γενεύη, μέσα στα πλαίσια του γύρου Κένεντι της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT, βλ. λ. ΓΚΑΤ), τον Μάιο του 1964 και το 1967 κατέληξαν σε μια συμφωνία μεγίστων, η οποία προέβλεπε μέση δασμολογική μείωση μεταξύ 35% και 40%, η οποία πραγματοποιήθηκε σε τρία στάδια έως την 1η Ιανουαρίου 1972. Αλλά παρά το βαθμιαίο σύστημα με το οποίο εφαρμόστηκε η τελωνειακή ένωση, η πορεία του εξωκοινοτικού εμπορίου σημείωσε αξιόλογη ανάπτυξη και μεταξύ 1958 και 1970 τριπλασίασε την αξία του. Όσον αφορά την αγροτική αγορά, το 1969 συμφωνήθηκε η σταθεροποίηση των τιμών σχεδόν για το 90% των αγροτικών προϊόντων, ενώ τον Μάιο του 1970 τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία, στο άμεσο μέλλον, κοινού νομίσματος της Κοινότητας. Πάντως, μεγάλες δυσχέρειες προκάλεσε στην εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, στις προσπάθειες για τη δημιουργία κοινού νομίσματος κλπ. η διεθνής νομισματική κρίση που ξέσπασε τον Ιούνιο του 1971, εξαιτίας της υπερτίμησης του αμερικανικού δολαρίου σε σχέση με τον χρυσό και τα νομίσματα που είχαν άμεση εξάρτηση από το δολάριο. Τον Αύγουστο του 1971, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποδέσμευσε το δολάριο από τον χρυσό, γεγονός που κλόνισε το σύνολο του νομισματικού συστήματος Μπρέτον Γουντς και την ισορροπία των ισοτιμιών των περισσότερων νομισμάτων της Δύσης. Τον Απρίλιο του 1972 η Κοινότητα αποφάσισε να επαναφέρει στο 2,25% το ανώτατο αποδεκτό όριο απόκλισης των τιμών συναλλάγματος των νομισμάτων της· το νέο αυτό νομισματικό σύστημα ονομάστηκε φίδι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, στη διάσκεψη κορυφής στο Παρίσι, προσδιόρισαν νέα πεδία δράσης για την Κοινότητα, όπως περιφερειακή πολιτική, ενεργειακή πολιτική και πολιτική του περιβάλλοντος. Δεύτερη διεύρυνση. Η Κοινότητα των Εννέα έγινε πραγματικότητα τα μεσάνυχτα της 1ης Ιανουαρίου 1973 με την ένταξη της Μεγάλης Βρετανίας, της Δανίας και της Ιρλανδίας. Η σχετική συμφωνία είχε υπογραφεί στις Βρυξέλλες στις 22 Ιανουαρίου 1972, ενώ η Νορβηγία απέρριψε την ένταξη με δημοψήφισμα. Η σχέση της Μεγάλης Βρετανίας με την Κοινότητα ήταν μέχρι τότε ταραχώδης· οι πρώτες διαπραγματεύσεις διακόπηκαν επ’ αόριστον τον Ιανουάριο του 1963 με πρωτοβουλία κυρίως της Γαλλίας, καθώς ο τότε πρόεδρος της χώρας Σαρλ Ντε Γκολ ανακοίνωσε ότι θα ασκούσε βέτο κατά της βρετανικής ένταξης. Τα σημεία διαφωνίας ήταν οι σχέσεις με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, η θέση της βρετανικής οικονομίας στην Κοινή Αγορά και οι σχέσεις με τις άλλες χώρες της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (βλ. λ.). Το 1967 υποβλήθηκε νέα αίτηση συμμετοχής αλλά και αυτή τη φορά δεν υπήρχε ομοφωνία ανάμεσα στους έξι και η πρόταση εγκαταλείφθηκε έως το 1970, οπότε άρχισαν και πάλι οι διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία και τις άλλες τρεις υποψήφιες χώρες (Δανία, Ιρλανδία και Νορβηγία). Σταθμός στην ιστορία της Κοινότητας θεωρείται η συνέλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Παρίσι (9-10 Μαρτίου 1979), που έθεσε σε εφαρμογή το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ). Το σύστημα αυτό στηρίχθηκε στην ευρωπαϊκή νομισματική μονάδα, γνωστή ως ECU, στον μηχανισμό συναλλάγματος και επεμβάσεων και σε διάφορους μηχανισμούς πιστώσεων και μεταφορών. Το ΕΝΣ λειτούργησε χωρίς σοβαρά προβλήματα και βοήθησε στη νομισματική σταθεροποίηση και στη σύγκλιση των οικονομιών των κρατών-μελών. Σοβαρή κρίση δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1992, όταν η επίθεση των κερδοσκόπων ανάγκασε τη βρετανική στερλίνα να τεθεί εκτός συστήματος, καθώς δεν μπόρεσε να κρατηθεί εντός των προβλεπόμενων ορίων και η αξιοπιστία του ΕΝΣ κλονίστηκε προσωρινά. Τρίτη και τέταρτη διεύρυνση. Τον Ιανουάριο του 1981 η Ελλάδα έγινε το δέκατο μέλος –είχε συμφωνία σύνδεσης από τη δεκαετία του 1960– ενώ τον Ιανουάριο του 1986 εντάχθηκαν η Ισπανία και η Πορτογαλία, ενδυναμώνοντας τη νότια πτέρυγα της Κοινότητας και καθιστώντας περισσότερο επιτακτική την εφαρμογή διαρθρωτικών προγραμμάτων, τα οποία αποσκοπούσαν στο να μειώσουν τις ανισότητες στην οικονομική ανάπτυξη μεταξύ των δώδεκα πλέον μελών. Το 1985 η Επιτροπή εξέδωσε τη Λευκή Βίβλο με τίτλο Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, στην οποία περιλαμβάνονταν 282 νομοθετικές προτάσεις και χρονοδιάγραμμα για τη θέσπισή τους. Δύο χρόνια αργότερα –το 1987– με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη τροποποιήθηκε η συνθήκη EOK. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξηεπιβεβαίωσε τον στόχο της ενιαίας αγοράς μέχρι το 1992 (από την 1η Ιανουαρίου 1993 καταργήθηκαν τα εσωτερικά σύνορα) και το χρονοδιάγραμμα της Λευκής Βίβλου. Προσαρμόστηκαν οι κοινοτικές διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων, και διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής της πλειοψηφίας (όχι αναγκαία η ομοφωνία για λήψη αποφάσεων) στα Συμβούλια Υπουργών. Τον Ιούνιο του 1988 οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων εξέφρασαν την αμετάκλητη απόφασή τους να εργαστούν για την ολοκλήρωση της πορείας προς την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). Δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πλέον καθοριστικές αποφάσεις για την πορεία της Κοινότητας ελήφθησαν τον Δεκέμβριο του 1991, στη συνάντηση κορυφής (συμβούλιο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων) στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας, όπου εγκρίθηκε η συνθήκη για την ΕΕ. Στόχος της συνθήκης ήταν ο καθορισμός ενός πλαισίου, ο οποίος θα επέτρεπε στην Κοινότητα να διαμορφώσει κοινή πολιτική ή να εποπτεύει σημαντικούς τομείς, όπως η οικονομία, η εξωτερική, η αμυντική και η νομισματική πολιτική. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε: α) η υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος έως το 1999, με δικαίωμα επιλογής στη Δανία και στη Μεγάλη Βρετανία (ONE)· β) η χάραξη Κοινής Διακυβερνητικής Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής (ΚΕΠΠΑ)· γ) η παραχώρηση ευθύνης στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) για αποφάσεις και ενέργειες της ΕΕ που αφορούν αμυντικά θέματα· δ) η θέσπιση της ευρωπαϊκής υπηκοότητας· ε) η ίδρυση Ταμείου Συνοχής για τη βοήθεια των φτωχότερων κρατών-μελών της Κοινότητας για επίτευξη των στόχων· ζ) η πραγματοποίηση ενός ευρύτερου κοινωνικού προγράμματος, χωρίς τη δέσμευση της Μεγάλης Βρετανίας· η) η διεύρυνση εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· θ) η ουσιαστικότερη ανάμειξη της ΕΕ σε θέματα μετανάστευσης. Συμφωνήθηκε επίσης ότι μόνο όσες χώρες θα ικανοποιούσαν ορισμένες προϋποθέσεις θα συμμετείχαν στην ΕΕ, Αυτό σήμαινε ότι η πορεία προς την ONE θα ήταν διαφορετική για κάθε κράτος-μέλος όπως και το χρονοδιάγραμμα ένταξής της. Ακόμα δημιουργήθηκε υπηρεσία Ευρωπαϊκής Αστυνομίας (Europol) για την ανταλλαγή πληροφοριών, κυρίως σε θέματα ναρκωτικών. Τα κράτη-μέλη της Κοινότητας επικύρωσαν τη συνθήκη είτε σε ειδική συνεδρίαση του εθνικού τους κοινοβουλίου είτε με δημοψήφισμα. Σε μερικές χώρες το αποτέλεσμα προκάλεσε προβλήματα, όπως στην περίπτωση της Δανίας, όπου το δημοψήφισμα ήταν αρνητικό και επαναλήφθηκε για να επικυρωθεί η συνθήκη. Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Γαλλίας, όπου η συνθήκη εγκρίθηκε με οριακή πλειοψηφία. Από την 1η Ιανουαρίου 1993 καταργήθηκαν, σύμφωνα με τη φορολογική και τελωνειακή ένωση της Κοινότητας, τα τελωνειακά σύνορα μεταξύ των κρατών-μελών (δηλαδή οι πολίτες των κρατών-μελών πωλούν, αγοράζουν και επενδύουν χωρίς ελέγχους και διατυπώσεις). Από την 1η Νοεμβρίου 1993 τέθηκε σε ισχύ η συνθήκη για την ΕΕ που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992 και έτσι η EOK ονομάζεται πλέον Ευρωπαϊκή Ένωση (EE). Η ΕΕ είναι ουσιαστικά η συνέχεια της EOK. Προστέθηκαν όμως και άλλοι τομείς κοινής δράσης, οι οποίοι οδηγούν σε μια πολιτική, οικονομική και νομισματική ένωση, με τελικό στόχο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Πέμπτη διεύρυνση. Το 1995 εντάχθηκαν στην ΕΕ η Αυστρία, η Φιλανδία και η Σουηδία, ενώ οι Νορβηγοί απέρριψαν την ένταξη με δημοψήφισμα, παρά τη συμφωνία η οποία είχε επιτευχθεί τον προηγούμενο χρόνο. Την ίδια χρονιά τέθηκε σε εφαρμογή η συνθήκη Σένγκεν, που είχε υπογραφεί από το 1990, σύμφωνα με την οποία καταργούνταν οι προσωπικοί έλεγχοι στα σύνορα ανάμεσα στις χώρες που συμμετέχουν στη συνθήκη (συμμετέχουν πλέον όλες οι χώρες, εκτός της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας). Για την Ελλάδα η συνθήκη τέθηκε σε εφαρμογή το 1999 λόγω των προβλημάτων εφαρμογής ικανοποιητικού ελέγχου στα εκτεταμένα θαλάσσια και ορεινά εξωτερικά σύνορα (σύνορα με τρίτες χώρες). Το ευρώ και η ΚΕΠΠΑ. Τον Μάιο του 1998 αποφασίστηκε ότι 11 χώρες ήταν έτοιμες να εισέλθουν στην τρίτη φάση της ΟΝΕ, δηλαδή, στο ευρώ (βλ. λ.) και ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζας (ΕΚΤ), που ανέλαβε τη νομισματική πολιτική των 11 (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία και Φιλανδία). Η χρήση του ευρώ σε λογιστική μορφή ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1999, ενώ κλειδώθηκαν αμετάκλητα οι ισοτιμίες των 11 εθνικών νομισμάτων με το ενιαίο νόμισμα και μεταξύ τους. Το 2001 εντάχθηκε στο ευρώ και η Ελλάδα, ενώ την 1η Ιανουαρίου του 2002 άρχισε η κυκλοφορία των κερμάτων και των χαρτονομισμάτων του ευρώ, ενώ αποσύρθηκαν σταδιακά τα εθνικά νομίσματα στους πρώτους μήνες του έτους (στη χώρα μας η τελική ημερομηνία ήταν η 28η Φεβρουαρίου 2002). Στο τέλος του 1999 ορίστηκε για πρώτη φορά ύπατος εκπρόσωπος για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλεια (ΚΕΠΠΑ), ο οποίος έγινε παράλληλα και γενικός γραμματέας της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. λ.). Αυτό ήταν ένα πρώτο σημαντικό βήμα για εναρμόνιση της εξωτερικής πολιτικής και τη δημιουργία μιας φωνής για τις χώρες της ΕΕ σε διεθνές επίπεδο. Έκτη διεύρυνση. Τον Δεκέμβριο του 2002 υπογράφηκε σε επίπεδο αρχηγών κρατών η συμφωνία για τη διεύρυνση της ΕΕ με 10 νέα μέλη (Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχία) από το 2004. Η συμφωνία πρέπει να επικυρωθεί μέσα στο 2003 από τα 15 παλαιά και τα 10 νέα μέλη, σύμφωνα με τις συνταγματικές απαιτήσεις της κάθε χώρας (δημοψήφισμα ή κοινοβούλιο). Ελλάδα και EE Η διεύρυνση της Κοινότητας προς την Ελλάδα αποτέλεσε σημαντικό ιστορικό και πολιτιστικό γεγονός. Η χώρα μας είχε ζητήσει να συνδεθεί με την EOK στις 8 Ιουνίου 1959 και έπειτα από ένα μακροχρόνιο πάγωμα της συμφωνίας, λόγω και της δικτατορίας, η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε την αίτηση προσχώρησης στις 12 Ιουνίου 1975. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Ιούλιο του 1976 και από την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα έγινε μέλος της Κοινότητας. Μια σειρά από διατάξεις που περιλαμβάνονταν στη συμφωνία σύνδεσης Ελλάδας-EOK, όπως η μείωση των δασμών για τα ελληνικά προϊόντα που εισάγονταν στις χώρες της EOK, παρακολούθησε τη μείωση των εσωτερικών δασμών της Κοινότητας· για τα εισαγόμενα στην Ελλάδα προϊόντα από τις χώρες της EOK προβλέπονταν δύο κλίμακες για τη μείωση των δασμών. Η πρώτη, μικρής διάρκειας, κάλυπτε τα βιομηχανικά προϊόντα που δεν παράγονταν στην Ελλάδα· η δεύτερη, βραχύτερη, κάλυπτε τα βιομηχανικά προϊόντα που παράγονταν και στην Ελλάδα και απέβλεπε στην προστασία της ελληνικής βιομηχανίας. Ιδιαίτερη μεταχείριση εξασφαλιζόταν και για τα βασικά εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα (καπνός, κρασιά, σταφίδες, λάδι κλπ.). Επίσης, προβλεπόταν ειδική και με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότηση για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας. Παράλληλα, για να διατηρηθούν οι συναλλαγές και με άλλες χώρες που αγόραζαν βασικά εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα, δόθηκε στην Ελλάδα η δυνατότητα να παραχωρεί και σε αυτές δασμολογικές ποσοστώσεις για να μη θιγούν οι εξαγωγές τους μετά τη μείωση των τελωνειακών δασμών για τα προϊόντα της EOK. Τέλος, προβλέπονταν διαπραγματεύσεις για την εναρμόνιση της γεωργικής πολιτικής της Ελλάδας με την κοινή γεωργική πολιτική της EOΚ, για την κυκλοφορία των εργαζομένων, για την ελευθερία εγκατάστασης κλπ. Η εναρμόνιση της Ελλάδας με τα άλλα κράτη-μέλη πέρασε από πολλά στάδια και οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές. Το σημαντικότερο στάδιο αυτής της διαδικασίας ήταν αυτό που συμφωνήθηκε στο Μάαστριχτ. Η συμφωνία του Μάαστριχτ επικυρώθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο στις 31 Ιουλίου 1992 με 286 ψήφους υπέρ. Το βασικό πρόβλημα, που αντιμετώπιζε τότε η Ελλάδα ήταν η προετοιμασία της για την ένταξη στην ONE, το 1999. Προς αυτή την κατεύθυνση έγιναν δύσκολες αλλά επιτυχημένες προσπάθειες, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να γίνει το δωδέκατο μέλος της ζώνης του ευρώ το 2001, δύο χρόνια μετά την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος σε λογιστική μορφή, αλλά έναν χρόνο πριν από την εισαγωγή του σε φυσική μορφή (κέρματα και χαρτονομίσματα). Μάλιστα το 2002 ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Λουκάς Παπαδήμος, έγινε αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για οκταετή θητεία. Σχέσεις με άλλα κράτη Η Ευρώπη των αρχικά έξι εντεταγμένων χωρών είχε να αντιμετωπίσει, εκτός από τα προβλήματα εσωτερικής οργάνωσης που ήδη αναφέρθηκαν, και τις αντιδράσεις άλλων κρατών και κυρίως των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Πραγματικά, οι σχέσεις ανάμεσα στην Κοινότητα και στον έξω κόσμο διαταράχθηκαν κατά καιρούς από αντιθέσεις, συχνά σοβαρές, οι οποίες στην περίπτωση, για παράδειγμα, της Μεγάλης Βρετανίας είχαν αντίκτυπο και στο εσωτερικό τους και δημιούργησαν προστριβές μεταξύ των κρατών-μελών. Από τις ευρωπαϊκές χώρες που δεν μετείχαν εξαρχής στην Κοινότητα, η Μεγάλη Βρετανία ήταν ασφαλώς η σημαντικότερη, η στάση της όμως απέναντι στους έξι ωρίμασε μόνο πολύ αργά. Στη διάσκεψη της Μεσσήνης (1955) η Μεγάλη Βρετανία έστειλε μόνο παρατηρητές, οι οποίοι γρήγορα εγκατέλειψαν τη διάσκεψη: προσηλωμένη σε μια πολιτική στενής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έβλεπε εκείνη την εποχή στην αόριστη ΕΕ παρά μόνο μια πιθανή εμπορική ανταγωνίστρια και αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τις επίμονες οργανωτικές δυνάμεις των έξι. Παρ’ όλα αυτά, για να εξουδετερώσει τα αρνητικά αποτελέσματα της δημιουργούμενης Κοινής Αγοράς ανέλαβε το 1956 την πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών. Οι βρετανικές προτάσεις έγιναν αντικείμενο διαπραγματεύσεων, που διακόπηκαν όμως χωρίς αποτέλεσμα το 1958. Η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης το 1959. Δύο χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών (βλ. λ.), στην οποία πήραν μέρος η Αυστρία, η Δανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Νορβηγία, η Πορτογαλία και η Σουηδία. Αλλά ο εμπορικός δυναμισμός των κρατών-μελών και η επεκτατική δύναμη της EOK επιβεβαιώθηκαν γρήγορα και σε σύντομο διάστημα πολλά κράτη ζήτησαν να μετάσχουν στην Κοινή Αγορά είτε ως μέλη είτε ως συνεργαζόμενα κράτη είτε ακόμα για να διαπραγματευθούν μείωση των κοινών εξωτερικών δασμών. Η βρετανική αίτηση θεωρήθηκε, όπως ήταν φυσικό, η πιο ενδιαφέρουσα. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους έξι και στη Μεγάλη Βρετανία άρχισαν το Νοέμβριο του 1961 στις Βρυξέλλες, αλλά δεν έδωσαν αποτέλεσμα πριν από το 1973. Η συνθήκη της Ρώμης είχε συνδέσει με την EOK μερικές εξω-ευρωπαϊκές χώρες που είχαν ιδιαίτερους συνδέσμους με το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ολλανδία. Για τον σκοπό αυτό ιδρύθηκε ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ETA), το οποίο προικίστηκε με 350 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία προορίζονταν ακριβώς για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη αυτών των χωρών. Έπειτα από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους, 18 αφρικανικά κράτη υπέγραψαν με την EOK τη σύμβαση του Γιαουντέ (1963), που τροποποιήθηκε σε πολλά σημεία το 1969 και η οποία προέβλεπε τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών ανάμεσα στα μέλη της Κοινότητας και στους 18, την τεχνική βοήθεια και ενίσχυση με τη μορφή δανείων και πιστώσεων. Η Κοινότητα εξάλλου έκανε συμφωνία σύνδεσης και με την Τουρκία. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε τη δημιουργία τελωνειακής ένωσης, τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής και την παραχώρηση δανείων και πιστώσεων από μέρους της EOK. Το 1966 η Νιγηρία υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης και ακολούθησαν (1968) ανάλογες συμφωνίες με την Κένυα, την Ουγκάντα και την Τανζανία. Ιδιαίτερες εμπορικές συνθήκες ρυθμίζουν τις σχέσεις με το Ιράν και το Ισραήλ. Η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Κοινότητας υποστηρίχτηκε αρχικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αργότερα, όταν έγιναν αντιληπτές οι μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης της Ευρώπης, άρχισαν προσπάθειες για να πετύχουν αμοιβαία εξίσωση των τελωνειακών δασμών. Η έγκριση, τον Ιανουάριο του 1962, του Trade Expansion Act έδωσε στον πρόεδρο των ΗΠΑ την ευχέρεια να διαπραγματευτεί μείωση μέχρι 50% όλων των τελωνειακών δασμών εκτός των πετρελαϊκών προϊόντων και εκείνων που έχουν στρατηγική σημασία. Οι διαπραγματεύσεις, που παρατάθηκαν από το 1964 έως το 1967, οδήγησαν σε συμφωνία, η οποία μείωνε κατά μεγάλο ποσοστό τους δασμούς μεταξύ των ΗΠΑ και της EOK από το 1972. Σταδιακά, οι περισσότερες χώρες της ΕΖΕΣ καθώς και χώρες με συμφωνία σύνδεσης έγιναν μέλη, όπως η Ελλάδα από το 1981 και η Κύπρος από το 2004, ή έγιναν υποψήφια μέλη, όπως η Τουρκία, ενώ στην ένταξη οδήγησαν ή θα οδηγήσουν οι σχέσεις με τις χώρες της κεντρικής και της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης και εμπνευστής των πρώτων άρθρων ενός προσχεδίου συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν με τον Χαβιέ Σολάνα, επικεφαλής της εξωτερική πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (φωτ. ΑΠΕ). Στιγμιότυπο από την έκτακτη σύνοδο κορυφής που συγκάλεσε στις Βρυξέλλες η ελληνική προεδρία τον Φεβρουάριο του 2003 (φωτ. ΑΠΕ). Στιγμιότυπο από συνεδρίαση της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 18 Ιανουαρίου 1995 (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Στιγμιότυπο από την τελετή της υπογραφής της εισδοχής της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, στο Ζάππειο μέγαρο· η Ελλάδα έγινε μέλος την 1η Ιανουαρίου 1981. Στιγμιότυπο από την υπογραφή της πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, στις 28 Μαϊου 1979, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, στο Ζάππειο μέγαρο (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Γενική άποψη της έδρας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο Λουξεμβούργο (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Συνεδρίαση της Επιτροπής των Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Αίθουσα συνεδριάσεων των έκτακτων ολομελειών, στις Βρυξέλλες (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Στις 25 Μαρτίου 1957 οι αντιπρόσωποι των έξι χωρών υπέγραψαν στη Ρώμη την ιδρυτική συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Στιγμιότυπο από μία συνεδρίαση του Ευρωκοινοβουλίου. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου (1989), η ΕΕ κατέβαλε προσπάθειες για την οικονομική ανάπτυξη των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Έκταση: 3.191.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 374.600.000 κάτ. (1998) Η έδρα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο Λουξεμβούργο (φωτ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — Union européenne Pour les articles homonymes, voir Europe (homonymie) et UE (homonymie). Union européenne (*) …   Wikipédia en Français

  • Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση — ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ/ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Η αφετηρία Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το Μάρτιο του 1957, ύστερα από την υπογραφή της σχετικής συνθήκης στη Ρώμη από τη Γαλλία, την Ομοσπονδιακή… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. λ.) με εκτελεστικές και νομοθετικές αρμοδιότητες. Αποτελεί τον θεματοφύλακα των συνθηκών παράλληλα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (βλ. λ.) και εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στον διεθνή χώρο. Είναι γνωστή και ως… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Οικονομία Κοινότητα — (ΕΟΚ). Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός, ο οποίος με τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) μετεξελίχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. λ. Ευρωπαϊκή Ένωση (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών — (ΕΖΕΣ, αγγλ. EFTA). Ένωση ευρωπαϊκών κρατών με στόχο την προώθηση του εμπορίου και την κατάργηση των τελωνειακών δασμών ανάμεσα στα μέλη του. Δημιουργήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1960 στα πλαίσια της συνθήκης της Στοκχόλμης με αρχικά μέλη την Αυστρία …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα — (ΕΚΑΧ). Βλ. λ. Ευρωπαϊκή Ένωση (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την Ατομική Ενέργεια — (Ευρατόμ). Βλ. λ. Ευρωπαϊκή Ένωση (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση — (συντομ. ΔΕΕ, διεθν.Western European Union). Διεθνής οργανισμός με έδρα τις Βρυξέλλες και με σκοπό την αμυντική συνεργασία αρχικά της δυτικής και στη συνέχεια ολόκληρης της Ευρώπης. Περιλαμβάνει 10 πλήρη μέλη (Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Γαλλία,… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek